Μνήμες Κατοχής: Η εικόνα των κατακτητών

Οι Ιταλοί ήταν δειλοί, φοβιτσιάρηδες. Το ’43, στο χτήμα το δικό μας, κάτου από μια κυδωνιά, μέσα στο σαϊτάρι (αυλάκι) εκρύβονταν τρεις και έτρωγαν τα κυδώνια τον μήνα Αλωνάρη, που δεν τρώγονται ούτε τον Οχτώβρη, γιατί είναι άγουρα και έχουν μαλλί (χνούδι). Επεινούσαν και διψούσαν. Τους είδε η μάνα μου και τους είπε ότι δεν είναι καλά αυτά. Και πήγε και τους έφερε νερό και φρούτα ώριμα της εποχής, μήλα, απίδια και άλλα.

Φεύγοντας οι Ιταλοί, ήρθαν άλλοι κατακτητές, οι Γερμανοί. Πιο σκληροί, πιο άπονοι, πιο αυστηροί. Εμάζεψαν όλους τους Εβραίους και τους εξαφάνισαν, τη Ζωΐτσα, την κυρία Όλγα, το Γαρουφαλή, τον Βήτα, βιοπαλαιστές φτωχούς ανθρώπους.

Καινούριες απαγορεύσεις. Απαγόρευσαν την κυκλοφορία, από όταν βράδιαζε μέχρι την ανατολή. Καινούριος φόβος σε όλο το νησί. Ανάγκη να είχε ο γείτονας δεν μπορούσαν να τον βοηθήσουν. Έκαναν περιπολία, όλη τη νύχτα και αν έπιαναν κανένα πολίτη, χωρίς εξήγηση, τον χτυπούσαν με την κάννη του όπλου τους και τον έπαιρναν στο εκτελεστικό απόσπασμα. Κάποτε κοιμήθηκα στη Χώρα, σε φιλικό σπίτι, και μες στην ησυχία της νύχτας ακουγόταν ο βηματισμός τους βαρύς (βαρειά αρβύλα).

Στο βόρειο συγκρότημα του νησιού, σε γνωστή οικογένεια, της σκότωσαν δύο παιδιά. Μας άφησαν τις χειρότερες αναμνήσεις. Βάρβαρος στρατός, δεν συγχωρούσαν, δεν παράβλεπαν.

Λευτερωθήκαμε το 1945. Φεύγοντας και οι δύο, Ιταλοί και Γερμανοί, άφησαν το νησί με πολλές απώλειες, κατεστραμμένα κτήρια, θύματα. Ο λαός άργησε να βρει το ρυθμό της ζωής.

 

Advertisements

Μνήμες Κατοχής: Πρόσφυγες, από τη Χώρα στα χωριά

Στην Κατοχή, οι κορφιάτες ήρθανε στα χωριά για να γλυτώσουν από τους βομβαρδισμούς. Από τους βομβαρδισμούς γκρεμίστηκε το Δημοτικό Θέατρο, το ξενοδοχείο Μπέλα Βενέτσια, η Οβριακή και πολλά σπίτια. Στο σπίτι μας οι γονείς μου εφιλοξένησαν δύο οικογένειες.

Με την Κατοχή στη γειτονιά μου ήταν πολύς κόσμος. Δέκα οικογένειες ήταν πρόσφυγες. Τα παιδιά τα δικά τους και τα ντόπια ήταν γύρω στα 30. Εχρειάστηκε να στεγαστεί μια μάνα με την κόρη της και οι τότε επίτροποι την στέγασαν στο γυναικωνίτη της εκκλησίας, και για να μαγειρέψει είχε στο μπότζο της εκκλησίας μια φουγέρα με κάρβουνα.

Ήταν πολύ δύσκολη η ζωή. Έλειπαν πολλά πράγματα, δεν είχαμε νερό στα σπίτια, το φέρναμε από τα πηγάδια στο κεφάλι μας με ντενεκέδες. Δεν είχαμε φωτισμό. Ο φωτισμός ήταν με λαδοφωτιές και λάμπες πετρελαίου. Δεν είχαμε τουαλέτες στα σπίτια, επηγαίναμε όλοι στο ύπαιθρο.

Εζήσαμε όλοι με τα λάχανα, μπρόκολες και άγρια. Είχαμε στο χέρι ένα μαχαίρι και μια ποδιά και μαζεύαμε τα άγρια. Η γης ήταν σε πολλά χωράφια σκαλισμένη από το μαχαίρι. Είχαμε τα φρούτα, το λάδι, την πατάτα, και η μάνα μου έδινε και στους πρόσφυγες. Δεν τους έκανε κανένας παρατήρηση αν έκοβαν να φάνε φρούτο. Μάλιστα η μάνα μου τους έδινε σε κάθε προσφυγόπουλο ένα ποτήρι γάλα την ημέρα, γιατί είχαμε αγελάδα και το γάλα δεν το πουλούσαν. Ψωμί ήταν δύσκολο, δεν υπήρχε. Αλέθαμε στο χειρόμυλο στάρι ή καλαμπόκι από δικό μας και κάναμε τηγανόψωμα (τζαλέτια). Φάρμακα ήταν πολύ δύσκολο να τα βρεις, αν χρειάζονταν. Με διάφορα γιατροσόφια προσπαθούσαν οι γονείς μου και όλοι οι κάτοικοι.

Πολλές φορές για φαγητό μας έκανε η μάνα μου κορονιά (χυλό) από καλαμποκάλευρο. Ζάχαρη δεν υπήρχε, ούτε καφές. Στο γάλα μου έβαζε λίγο αλάτι για να το πιώ.

Πολλές αναμνήσεις και δυσκολίες θυμάμαι. Το κυριότερο είναι που όλοι μαζί ντόπιοι και πρόσφυγες εζήσαμε με την αλληλεγγύη.

Μέσα σε πολλά σπίτια συγκατοικούσαμε με τους πρόσφυγες. Παράδειγμα στο δικό μου είμαστε τέσσερα άτομα η οικογένειά μου και έξι άτομα οι ξένοι σε δύο οικογένειες. Η μαγειρική ήταν δύσκολη. Στο μπότζο μας είχαν μια φουγέρα και θυμάμαι που η μάνα μου έδωσε το λάδι και η μία κυρία το αλεύρι και η άλλη λίγη ζάχαρη και έκαναν ξεροτήγανα. Τα παιδιά με χαρά τα τρώγανε, έξι-επτά παιδιά μαζί. Σε άλλο σπίτι της γειτονιάς συγγενικό, ήταν επτά ξένοι και τέσσερις του σπιτιού. Σε άλλο πέντε ξένοι και ούτως καθεξής.

Η γνωριμία έμεινε και το ευχαριστώ από πολλούς άρχοντες. Ο άρχοντας που έμενε στο δικό μου σπίτι, μου έδινε σταφίδα και με φώναζε με το χαϊδευτικό μου όνομα. Τον βοηθούσα όταν του έπεφτε κανένα αντικείμενο, γυαλιά ή χαρτί που διάβαζε, του έδινα το χέρι μου να σηκωθεί από την πολυθρόνα. Ήταν ηλικιωμένος. Αρκετά η οικειότητα σε αυτήν την οικογένεια έμεινε για πολλά πολλά χρόνια, μέχρι το τέλος του Πολέμου και μετά.

Η κυρά Μαρία, καθολική στο θρήσκευμα, έμενε στο απέναντι σπίτι, τέσσερα άτομα και τρεις του σπιτιού, επτά. Κάθε μέρα φρόντιζε το μικρό παιδί του σπιτιού. Αφού εσερβίριζε να φάνε, έπαιρνε ένα πιατάκι και σήκωνε από κάθε πιάτο δύο κουταλιές, ότι φαγητό είχε, χυλό, όσπρια, και τάϊζε το παιδάκι, γιατί η μάνα του έφευγε για διάφορες δουλειές στο χωράφι και το άφηνε καθισμένο σε μια καρέκλα έξω από την πόρτα.

Μαζί με τους χριστιανούς ήρθαν στο δικό μου χωριό και δύο οικογένειες εβραίοι. Τους βοηθήσαμε το ίδιο.

Μια μέρα χρειάστηκε η κυρά Όλγα, η εβραία, να κόψει κάτι, ακριβώς δεν θυμάμαι. Φωνάζει το παιδί της οικογένειας που έμεναν να τη βοηθήσει. Το μαχαίρι που του έδωσε δεν έκοβε και το παιδί της λέει αυθόρμητα: «Μπα κυρά Οργα μου, αυτό το μαχαίρι δεν κόβει ούτε Οβραίου μύτη». Εκείνη γέλασε και του λέει: «τί έχει του Οβραίου η μύτη»; «Δεν ξέρω», της απάντησε και έφυγε.

Αφού ηρέμησαν οι βομβαρδισμοί και οι εμπρησμοί, ο καθένας από τους πρόσφυγες εγύριζε στο σπίτι του στη χώρα. Η τροφή όμως ήταν δύσκολη, όλα ήταν μαύρη αγορά και το χρήμα ιταλικό, από 25.000.000 το κάθε χαρτί.

Μνήμες Κατοχής: Μεταφέροντας τρόφιμα στη Χώρα

Στα χρόνια της Κατοχής, οι κάτοικοι της Χώρας υπέφεραν περισσότερο από τα χωριά. Δεν είχαν τρόφιμα, αλλά με τους δραστήριους χωριάτες έζησαν. Στο χωριό κατάφερναν να σφάξουν ένα μοσχάρι ή ένα αρνί μέσα σε τράφους, μέσα σε λόγγους, εκεί που οι κατακτητές δεν έφταναν. Και μέσω της γυναίκας, το έφταναν και στη Χώρα. Ήταν στο διπλανό χωριό μια πολύ δυναμική γυναίκα. Είχε δική της άμαξα (δίκυκλο) με ένα άλογο μικρού αναστήματος. Εφορούσε κότολο και φαρδύ σιάλι. Εζωνόταν λοιπόν κομμάτια κρέας, ανέβαινε στο δίκυκλο και κρατώντας τα χαλινά επήγαινε στη Χώρα. Εκεί την περίμεναν γνωστοί και το μοίραζαν σε πολλούς οικογενειάρχες. Αυτό γινόταν κάθε μέρα, για πολύ χρονικό διάστημα. Στα Τρία Γιοφύρια, που ήταν οι καραμπινιέρηδες, δεν της έκαναν έρευνα, γιατί ήταν γυναίκα. Της σήκωναν τις μπάρες και περνούσε ελεύθερα. Μα η προδοσιά δεν άργησε, και ένα πρωί, αφού πέρασε τις μπάρες, δεν την άφησαν να προχωρήσει και της επέβαλαν να σηκωθεί όρθια. Αρνήθηκε, αλλά δεν της πέρασε. Σηκώθηκε λοιπόν όρθια και πέσανε κάτου τα σακουλάκια με το κρέας. Τότε της λέει ο Ιταλός: «Πόσο καιρό κάνεις αυτή τη δουλειά;» και του απάντησε με θυμό «Από όταν ήρθετε εσεις εδώ» και τράβηξε τα χαλινά και συνέχισε το δρόμο της.

Τέτοιες γυναίκες ήταν πολλές. Κάτου από τα φαρδιά ρούχα τους μετέφεραν και λάδι και ό,τι άλλο μπορούσαν, αρκεί να βοηθήσουν τους αδύνατους.Μια μέρα η μάνα μου, καβαλαριά στον γάιδαρο, έκρυψε στο σώμα της, ένα παγούρι λάδι και κρέας και το πήρε στους άρχοντες που φιλοξενήσαμε. Οι Ιταλοί έκαναν έρευνα στους άντρες και όχι στις γυναίκες.

Η Κυρά που εγνωρίσαμε, όταν ήρθε από τη Χώρα με τους βομβαρδισμούς και έμεινε στο σπίτι μας, έβρηκε το νερό του πηγαδιού μας χωνευτικό και παρακάλεσε την αδελφή μου να της πηγαίνει ένα μποτίρι νερό τη βδομάδα στη Χώρα. Τότε η αδελφή μου ήταν στα 19, όλο ζωή και δύναμη. Με το μποτίρι στο κεφάλι, 10 κιλά περίπου, έφτασε στα Τρία Γιοφύρια. Εκεί ο καραμπινιέρης δεν την άφησε να περάσει, γιατί νόμισε πως ήταν λάδι. «Όχι», του λέει, «δεν είναι λάδι», με νοήματα, «είναι νερό». Εκείνος δεν την επίστεψε και της το ρίπισε, και η αδερφή μου του λέει με θυμό «Επείστηκες;», και ξαναγυρίζει στο χτήμα και γεμίζει το μποτίρι νερό και το πήρε στην Κυρά, γιατί μετά την άφησε να περάσει.

 

Η Λαϊκή της Χώρας της Κέρκυρας

Θυμάμαι τη Χώρα από το 1940 και μετά. Τότε η σημερινή Μεθοδίου ήταν χωράφια, με καλύβια, κοτέτσια και καλαμιές. Δεν ήταν δρόμος. Στη Χώρα μπαίναμε από το Τρελοκομείο. Εκεί που είναι τώρα η πλατεία Σαρόκου, το συντριβάνι, ήταν η Λαϊκή Αγορά, και στο δρόμο που είναι τώρα η αφετηρία της Αστικής ήταν οι άμαξες, οι καρότσες. Από εκεί έπαιρναν την καρότσα για όπου πήγαινε ο καθένας. Αυτοκίνητα δεν ήταν πολλά, κανένα ταξί και μερικά ιδιωτικά λεωφορεία.

Θυμάμαι πολλά καταστήματα, το καφενείο του Καλλίνικου, τώρα είναι κάποια τράπεζα εκεί, το φαρμακειο του Μανιαρίζη, του Παϊπέτη.

Θυμάμαι τη Μπίνια, όχι όπως είναι τώρα.Είχε πολλά μανάβικα και πολλά άλλα, από τη μία πλευρά, από την άλλη τα ψαράδικα, που τηγάνιζαν κιόλας.

Στη Λαϊκή πηγαίναμε με ό,τι είχαμε για πούλημα, πατάτες, φρούτα, κηπουρικά. Τη Μεγάλη Παρασκευή παίρναμε τα αρνιά που είχαμε για πούλημα. Κοπαδάκια ήταν εκεί. Και ο κάθε χασάπης ερχόταν και αγόραζε όσα χρειαζόταν για το χασάπικό του. Το ίδιο και πολλοί νοικοκυραίοι έπαιρναν για το σπίτι τους ένα αρνί με το έθιμο να το σφάξουν έξω από την πόρτα τους το Μέγα Σάββατο με την πρώτη Ανάσταση και να κάνουν σταυρό στην πόρτα. Πολλές φορές επήρα τα αρνιά μου με τον πατέρα μου και άλλους χωριανούς. Το ίδιο γινόταν και την παραμονή των Χριστουγέννων, με τα γάλικα. Κοπαδάκια οι γάλοι και οι γαλοπούλες. Εγώ τέτοια δεν είχα, αλλά αγόραζα.

Η Λαϊκή ήταν υπαίθρια. Δεν υπήρχε σκεπαστή. Όταν έβρεχε όλα γίνονταν μούσκεμα. Θυμάμαι τα αρνιά με το μαλλί τους να στάζει χωρισμένο στη μέση και τους χασάπηδες να τα παίρνουν πιο φτηνά επειδή έλεγαν πως ήταν αδύνατα.

Στα 16-17 μου χρόνια, έπαιρνα λάδι σε μικρά δοχεία και το πουλούσα στα παγκάκια. Πήγαινα πάντα περπατώντας, 8-9 χιλιόμετρα,

Κατά μήκος της Λαϊκής ήταν παγκάκια. Πουλούσαν ζυμαρικά, λάδι, σαπούνι και άλλα. Άλλο παγκάκι πουλούσε φρούτα.

Αυτή η Λαϊκή ήταν από το 1940-43 που θυμάμαι, μέχρι το 1955 περίπου. Εκεί που είναι τώρα η Λαϊκή τότε μαζεύανε τα σκουπίδια τα οποία οι σκουπιδιαραίοι πετούσανε μετά στα χωράφια. Μετά η Λαϊκή πήγε εκεί που είναι τώρα. Αλλά για μένα δεν άλλαξε τίποτα, συνέχισα να παίρνω την παραγωγή μου, πατάτες, λάδι, φρούτα κυπουρικά στο κεφάλι μου και στον γάιδαρο. Μόνον που τώρα είχα πόστες και πήγαινα κατευθείαν στο μανάβικο ή στο μπουτελί με ένα μπιτόνι λάδι, στα 40 καρτούτσα στο κεφάλι μου, πότε στον Τριβιζά και πότε στον Τρουμπέτα. Ήταν και ο Μακρίδης, αλλά εκείνος έπαιρνε καρατέλα.

Σηκωνόμασταν μαζί με τη μάνα μου και την αδελφή μου στις 3 το πρωί και ξεκινούσαμε. Η αδελφή μου ήταν πολύ δυνατή. Σήκωνε πολύ βάρος. Κάποτε το κοφίνι της με φασούλια χλωρά εζύγισε 100 λίτρες.

Δύο τάξεις, σε έναν χρόνο

2o-3o dimotiko bombardismenoΔώδεκα, δεκατριών χρονών, μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, ο πατέρας μου με έγραψε στο Δημοτικό Σχολείο στη Χώρα για να συνεχίσω την πέμπτη και την έκτη τάξη, συγκεκριμένα στο Β΄ Δημοτικό Σχολείο, με θέα το παλιό δικαστήριο, όλο γκρεμισμένο από τους κατακτητές.

Οκτώβρη του 1945 εξεκίνησα. Από τον Οχτώβρη μέχρι τον Ιούνιο του 1946 επέρασα και τις δύο τάξεις.

Εκεί γνώρισα νέους δασκάλους, τον κ. Ρούσσινο στην πέμπτη τάξη, την κ. Φιλιάνου και τον κ. Καψοκαβάδη στην έκτη. Ο κ. Ρούσσινος ήταν ήπιος δάσκαλος, εχρησιμοποιούσε την πειθώ. Κάθε παίδι το χάιδευε στο κεφάλι και το βοηθούσε να λύσει την απορία του. Η κ. Φιλιάνου ήταν η διευθύντρια του σχολείου και μας μάθαινε διάφορους χορούς, τον τοπικό, τη Γκούνα-Καραγκούνα και άλλους. Ο κ. Καψοκαβάδης ήταν λίγο αυστηρός, δεν συγχωρούσε ούτε αταξία μα ούτε λαθάκια.

Επίσης γνώρισα νέους συμμαθητές και συμμαθήτριες. Ο συμμαθητής λεγόταν Χειμαριός. Από τις συμμαθήτριες θυμάμαι μία Κολάγγη και μία Μισφούτ.

Επηγαίναμε τρεις μέρες το πρωί και απόγιομα. Καλούτσικα τα πήγαινα, από βαθμούς αρκετά καλά, από υγεία όχι. Στο χρόνο είχα πολλές απουσίες δικαιολογημένες λόγω υγείας. Εκοιμώμουν σε φιλικό σπίτι.

Στο σχολείο κάθε μέρα μας έδιναν, σε όλα τα παιδιά, στο διάλειμμα, 10 η ώρα, στο προαύλιο, ένα ποτήρι γάλα από σκόνη. Έβραζαν το νερό και έριχναν σκόνη μέσα. Έχω αυτή την εικόνα ακόμη στα μάτια μου. Άλλο παιδί το έπινε, σε άλλο χυνόταν πάνω του, γιατί ήταν και πιο μικρά, από άλλες τάξεις, άλλα έκλαιγαν γιατί τους χύθηκε, και τους έδιναν άλλο. Το γάλα μας το έδιναν και το απόγιομα, πάλι στο διάλειμμα.

Στο τέλος του χρόνου έφυγα για το χωριό. Εκεί ακολούθησα την αγροτική ζωή και σήμερα έφτασα να περπατώ την όγδοη δεκαετία της ζωής μου.

Κάλαντα Θεοφανείων

kalanta3

Η Εκκλησία του Χριστού πάλιν συνεορτάζει,
και οφείλει κάθε χριστιανός θεοπρεπώς να ψάλλει.

Σήμερον αγιάζεται η φύσις των υδάτων,
και γίνεται το βάπτισμα λουτήρ αμαρτημάτων.

Σήμερον ο συνάναρχος Υιός Θεού και Λόγος,
βαπτίζεται ως άνθρωπος εν ποταμώ ευλόγως.

Σήμερον ο Ιησούς Χριστός ελθών εν Ιορδάνη,
από τον μέγα Πρόδρομο το βάπτισμα λαμβάνει.

Σήμερον εν τοις ουρανοίς άγγελοι ανυμνούσι,
τον βαπτισθέντα Ιησού και τον δοξολογούσι.

Το βάπτισμα μας έδωσε τον πρώτον αρραβώνα,
να είμαστε με τον Χριστό εις πάντας τους αιώνας.

Και σας καληνυχτίζουμε και τώρα και του χρόνου,
και την ημέρα της Λαμπρής με το Χριστός Ανέστη.

Η στρίνα

Παλιό έθιμο της πρωτοχρονιάς, στρίνα ή μποναμάς.

lemoni

Την ημέρα της πρωτοχρονιάς, στα μικρά μας χρόνια, αλλά και αργότερα, η μάνα μας μάς έδινε ένα λεμόνι χαρακωμένο κάθετα και μας έλεγε “πήγαινε να σου κάνουν στρίνα”. Βγαίναμε στη γειτονιά και οι μεγάλοι από συνήθειο μας έβαναν κέρμα στο χαραγμένο λεμόνι. Και αν δεν είχαμε λεμόνι, μας έλεγαν “δεν έχεις λεμόνι”; Αυτό το έθιμο το έζησα εγώ, σαν μικρό παιδί.

Η μάνα μου αστειευόμενη, σε συγγενικά παιδιά, τους έλεγε “θελεις στρίνα; Έλα να σου κάνω. Έκανε μια γυροβολιά στο κότολό της και όλοι οι παρόντες έβαναν τα γέλια”. Στη συνέχεια τους έδινε κάποιο κέρμα.

Εγώ έζησα και άλλο γεγονός. Είχα μια θεία, καλόκαρδη και χαρούμενη. Δεν επερίμενε να με συναντήσει, αλλά ερχόταν στο σπίτι. Και ό,τι είχε, μικρό ή μεγάλο κέρμα, μου το έδινε και εγώ την ευχαριστούσα και έπαιρνα κάτι από τον πλανόδιο έμπορα (πραματσούλη) για να τη θυμάμαι (μαντίλι, ποδιά).

Αυτό το έθιμο κράτησε έως τη δεκαετία του ’60, το έζησαν και τα παιδιά μου. Μόνον που ήταν μικρά και δεν το θυμούνται. Έβγαιναν στη γειτονιά και ο δάσκαλος του χωριού, χωρίς καμιά εξαίρεση, τα φώναζε με τα μικρά τους ονόματα και τους έλεγε “έλα να σου κάνω στρίνα” και αν δεν είχαν λεμόνι τους έλεγε “δεν έχεις λεμόνι;” και τους έδινε στα χέρια τους ένα κέρμα.

Τώρα που τα γράφω είμαι ηλικιωμένη αρκετά. Τα γράφω για να παραμείνει το έθιμο.

Κάλαντα πρωτοχρονιάς

kalanta2

Πάλιν ακούσατ’ άρχοντες, πάλιν να σας ειπόμεν,
ότι και αύριον εστί ανάγκη να χαρώμεν.

Και να πανηγυρίσωμεν περιτομήν Κυρίου,
και εορτήν του μάκαρος Μεγάλου Βασιλείου.

Κάνω λοιπόν καλήν αρχήν επαίνους να συνθέσω,
τον άγιο Βασίλειο διά να επαινέσω.

Να σας ειπώ τα θαύματα που έκανε ατός του,
με του Χριστού τη δύναμη που ήταν βοηθός του.

Της Καισαρείας γέννημα βλαστός Καππαδοκίας,
και ποιητής και λυτρωτής της θείας λειτουργίας.

Είχε και το αξίωμα της αρχιερωσύνης,
εχθρός των έργων των κακών, φίλος της σωφροσύνης.

Αρχιερείς τον σέβονται παπάδες τον τιμώσι,
οι άρχοντες και ο λαός όλοι τον προσκυνώσι.

Κάλαντα Χριστουγέννων

kalanta1

Γλυκοχαράζει η ανατολή και η δύσις καμαρώνει,
κι αν ίσως και νυστάζετε μην κοιμηθείτε ακόμη.

Να ακούσετε Χριστούγεννα που ο Χριστός γεννάται,
κι όλος ο κόσμος χαίρεται κι όλος δοξολογάται.

Εν Βηθλεέμ το σπήλαιον, την πόλιν την αγίαν,
εκεί γεννάει τον Χριστόν η δέσποινα η Μαρία.

Τρεις μάγοι εξ ανατολών, ιδόντες τον αστέρα,
και τον Χριστόν εκήρυξαν μεγάλον βασιλέα.

Φθάσαντες εις Ιερουσαλήμ με πόθον ερωτήσι,
πού εγεννήθη ο Χριστός να πάν’ να τον ευρώσι.