Μνήμες Κατοχής: Μεταφέροντας τρόφιμα στη Χώρα

Στα χρόνια της Κατοχής, οι κάτοικοι της Χώρας υπέφεραν περισσότερο από τα χωριά. Δεν είχαν τρόφιμα, αλλά με τους δραστήριους χωριάτες έζησαν. Στο χωριό κατάφερναν να σφάξουν ένα μοσχάρι ή ένα αρνί μέσα σε τράφους, μέσα σε λόγγους, εκεί που οι κατακτητές δεν έφταναν. Και μέσω της γυναίκας, το έφταναν και στη Χώρα. Ήταν στο διπλανό χωριό μια πολύ δυναμική γυναίκα. Είχε δική της άμαξα (δίκυκλο) με ένα άλογο μικρού αναστήματος. Εφορούσε κότολο και φαρδύ σιάλι. Εζωνόταν λοιπόν κομμάτια κρέας, ανέβαινε στο δίκυκλο και κρατώντας τα χαλινά επήγαινε στη Χώρα. Εκεί την περίμεναν γνωστοί και το μοίραζαν σε πολλούς οικογενειάρχες. Αυτό γινόταν κάθε μέρα, για πολύ χρονικό διάστημα. Στα Τρία Γιοφύρια, που ήταν οι καραμπινιέρηδες, δεν της έκαναν έρευνα, γιατί ήταν γυναίκα. Της σήκωναν τις μπάρες και περνούσε ελεύθερα. Μα η προδοσιά δεν άργησε, και ένα πρωί, αφού πέρασε τις μπάρες, δεν την άφησαν να προχωρήσει και της επέβαλαν να σηκωθεί όρθια. Αρνήθηκε, αλλά δεν της πέρασε. Σηκώθηκε λοιπόν όρθια και πέσανε κάτου τα σακουλάκια με το κρέας. Τότε της λέει ο Ιταλός: «Πόσο καιρό κάνεις αυτή τη δουλειά;» και του απάντησε με θυμό «Από όταν ήρθετε εσεις εδώ» και τράβηξε τα χαλινά και συνέχισε το δρόμο της.

Τέτοιες γυναίκες ήταν πολλές. Κάτου από τα φαρδιά ρούχα τους μετέφεραν και λάδι και ό,τι άλλο μπορούσαν, αρκεί να βοηθήσουν τους αδύνατους.Μια μέρα η μάνα μου, καβαλαριά στον γάιδαρο, έκρυψε στο σώμα της, ένα παγούρι λάδι και κρέας και το πήρε στους άρχοντες που φιλοξενήσαμε. Οι Ιταλοί έκαναν έρευνα στους άντρες και όχι στις γυναίκες.

Η Κυρά που εγνωρίσαμε, όταν ήρθε από τη Χώρα με τους βομβαρδισμούς και έμεινε στο σπίτι μας, έβρηκε το νερό του πηγαδιού μας χωνευτικό και παρακάλεσε την αδελφή μου να της πηγαίνει ένα μποτίρι νερό τη βδομάδα στη Χώρα. Τότε η αδελφή μου ήταν στα 19, όλο ζωή και δύναμη. Με το μποτίρι στο κεφάλι, 10 κιλά περίπου, έφτασε στα Τρία Γιοφύρια. Εκεί ο καραμπινιέρης δεν την άφησε να περάσει, γιατί νόμισε πως ήταν λάδι. «Όχι», του λέει, «δεν είναι λάδι», με νοήματα, «είναι νερό». Εκείνος δεν την επίστεψε και της το ρίπισε, και η αδερφή μου του λέει με θυμό «Επείστηκες;», και ξαναγυρίζει στο χτήμα και γεμίζει το μποτίρι νερό και το πήρε στην Κυρά, γιατί μετά την άφησε να περάσει.

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s